κηνσεύω

κηνσεύω
κηνσεύω (Μ) [κήνσος]
εκτιμώ, διατιμώ κτηματική περιουσία προκειμένου να οριστεί ανάλογη φορολογία.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • κήνσευσις — κήνσευσις, ἡ (Μ) [κηνσεύω] απογραφή, κήνσος* …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”